ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ

Τίτλος

Παροχή εξουσιοδότησης και ορθή αναγνώριση της πραγματικής φύσης των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου ως αορίστου χρόνου στο δημόσιο τομέα.

Άρθρο 1

Σκοπός

1.       Σκοπός του παρόντος είναι:

α) η πρόληψη και καταστολή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου στο δημόσιο τομέα,

β) η διασφάλιση αποτελεσματικού και αποτρεπτικού μέτρου προστασίας των εργαζομένων με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου, οι οποίες υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία,

γ) η συμμόρφωση της εσωτερικής έννομης τάξης ως προς το περιεχόμενο προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ και τη συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου, ιδίως ως προς τη ρήτρα 5 για την αποτροπή της κατάχρησης και τη ρήτρα 4 για την αρχή της μη διάκρισης.

Άρθρο 2

Πεδίο εφαρμογής – Έννοια διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων

1.       Στις διατάξεις του παρόντος υπάγεται προσωπικό που απασχολείται ή απασχολήθηκε:

α) με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ή

β) με συμβάσεις έργου ή άλλης μορφής συμβατικές σχέσεις, οι οποίες, βάσει των πραγματικών περιστατικών, υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία,

στο Δημόσιο, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης α΄ και β΄ βαθμού, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του δημόσιου τομέα και των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης.

2.       Για την εφαρμογή του παρόντος, ως «διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου» νοούνται οι συμβάσεις ή σχέσεις, οι οποίες καταρτίζονται, ανανεώνονται, παρατείνονται, συνεχίζονται ή διατηρούνται σε ισχύ μεταξύ του ίδιου φορέα και του ίδιου εργαζομένου, για το ίδιο ή ουσιωδώς συναφές αντικείμενο απασχόλησης, υπό τους ίδιους ή παρεμφερείς όρους εργασίας.

3.       Στην έννοια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας της προηγούμενης παραγράφου εμπίπτει και η παράταση ή συνέχιση της αρχικής σύμβασης ή σχέσης, έστω και μία φορά, ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο αυτή επήλθε, ιδίως αν έλαβε χώρα:

α) αυτοδικαίως,

β) δυνάμει διάταξης νόμου,

γ) δυνάμει κανονιστικής ή ατομικής διοικητικής πράξης,

δ) με νέα έγγραφη συμφωνία,

ε) με σιωπηρή συνέχιση της απασχόλησης ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο,

ακόμη και χωρίς τήρηση νέου έγγραφου τύπου, εφόσον η εργασιακή σχέση συνεχίζεται χωρίς ουσιώδη διακοπή.

4.       Ως ουσιώδης διακοπή, για την εφαρμογή του παρόντος, δεν θεωρείται διακοπή που δεν υπερβαίνει τους τρεις (3) μήνες, εκτός εάν από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά προκύπτει πραγματική λύση της εργασιακής σχέσης και κάλυψη διαφορετικής, μη συναφούς ανάγκης.

5.       Η μεταβολή της νομικής μορφής της σύμβασης ή της πηγής χρηματοδότησης δεν αποκλείει, αφ’ εαυτής, τον χαρακτηρισμό των σχέσεων ως διαδοχικών, εφόσον η απασχόληση συνεχίζεται για το ίδιο ή ουσιωδώς συναφές αντικείμενο και εξυπηρετεί την ίδια ή παρεμφερή λειτουργική ανάγκη του φορέα.

Άρθρο 3

Εξουσιοδότηση για ορθή αναγνώριση της πραγματικής φύσης της σχέσης

1.       Το αρμόδιο προς διορισμό όργανο του φορέα, ο οποίος εμπίπτει στο άρθρο 2 του παρόντος, μεριμνά αυτοδικαίως με διαπιστωτική πράξη στην ορθή αναγνώριση της σύμβασης εργασίας ως αορίστου χρόνου σύμβασης, απαλείφοντας κάθε αντίθετη προς αυτή διάταξη.

2.       Η αναγνώριση της παραγράφου 1 δεν συνιστά γενική νομοθετική μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, αλλά εξουσιοδοτική διάταξη για έκδοση διαπιστωτικής πράξης με ορθή αναγνώριση της πραγματικής νομικής φύσης της σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, βάσει των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών του φορέα.

Άρθρο 4

Έννομα αποτελέσματα

1.       Από τη ημερομηνία έκδοσης της διαπιστωτικής πράξης, ο εργαζόμενος κατατάσσεται σε θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αντίστοιχης ή συναφούς ειδικότητας.

2.       Ελλείψει κενής θέσης, συνιστάται προσωποπαγής θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία καταργείται με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση του υπαλλήλου.

3.       Ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας, ο οποίος διανύθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις του άρθρου 2 αναγνωρίζεται για κάθε μισθολογική, ασφαλιστική, βαθμολογική και υπηρεσιακή συνέπεια.

4.       Απαγορεύεται εφεξής η δυσμενέστερη μεταχείριση του προσωπικού αυτού, ως προς τις συνθήκες απασχόλησης, σε σχέση με συγκρίσιμο προσωπικό αορίστου χρόνου, μόνο λόγω της αρχικής μορφής της σύμβασης ή σχέσης.

Άρθρο 5

Αυτοδίκαιη αντιμετώπιση της κατάχρησης

1.       Η επαναλαμβανόμενη απασχόληση σε συγχρηματοδοτούμενες δομές, προγράμματα ή υπηρεσίες που παρατείνονται, ανανεώνονται ή επαναπροκηρύσσονται σταθερά και εξυπηρετούν διαρκή κοινωνική ή διοικητική λειτουργία του φορέα συνιστά ισχυρή ένδειξη κατάχρησης των συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου, οι οποίες υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία.

2.       Η καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων ή των σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και συμβάσεων έργου που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία, για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του ίδιου φορέα αναγνωρίζονται αυτοδίκαια από το αρμόδιο όργανο του φορέα ως αορίστου χρόνου συμβάσεις.

3.       Η παράβαση του παρόντος συνεπάγεται το δικαίωμα του εργαζομένου να ζητήσει την αναγνώριση της πραγματικής φύσης της σχέσης του και την πλήρη αποκατάσταση των εννόμων συνεπειών.

Άρθρο 6

Εκκρεμείς δίκες

1.       Σε εκκρεμείς δίκες με αντικείμενο τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των σχέσεων εργασίας, οι φορείς του άρθρου 2 δύνανται, με αιτιολογημένη απόφαση του αρμοδίου οργάνου τους, να αποδέχονται τα πραγματικά περιστατικά της παροχής εργασίας και να παραιτούνται από ένδικα μέσα, εφόσον αφορά την ορθή αναγνώριση της σχέσης εργασίας ως αορίστου χρόνου, κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε άλλης διάταξης.

2.       Η αποδοχή των πραγματικών περιστατικών ή η παραίτηση από ένδικο μέσο δεν συνιστά αυτοτελή μετατροπή σχέσης εργασίας, αλλά εξουσιοδοτική διάταξη για έκδοση διαπιστωτικής πράξης με ορθή αναγνώριση της πραγματικής νομικής φύσης της σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, βάσει των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών του φορέα.

Άρθρο 7

Εξαιρέσεις

Οι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται σε γνήσια εποχικές, απρόβλεπτες, έκτακτες ή επείγουσες ανάγκες, ούτε σε σχέσεις που αφορούν αυτοτελές, ειδικό και μη επαναλαμβανόμενο έργο, εφόσον ο πρόσκαιρος χαρακτήρας τους αποδεικνύεται ειδικώς και πλήρως.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ

Προς τη Βουλή των Ελλήνων

Επί του σχεδίου νόμου

«Παροχή εξουσιοδότησης και ορθή αναγνώριση της πραγματικής φύσης των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου στο δημόσιο τομέα»

I. Γενικό μέρος

          Με τις προτεινόμενες διατάξεις εισάγεται ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για την ορθή αναγνώριση της πραγματικής φύσης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και συμβάσεων έργου που, βάσει των πραγματικών περιστατικών, υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία, όταν αυτές χρησιμοποιούνται στον δημόσιο τομέα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών.

          Η ανάγκη της ρύθμισης συνδέεται με τη διαχρονική εμφάνιση μορφών απασχόλησης οι οποίες, παρά τον τυπικό τους χαρακτηρισμό ως ορισμένου χρόνου ή έργου, εμφανίζουν στην πράξη στοιχεία συνέχειας, επανάληψης, λειτουργικής ένταξης στην υπηρεσία και εξυπηρέτησης αναγκών μη πρόσκαιρου χαρακτήρα. Στις περιπτώσεις αυτές ανακύπτει ζήτημα αποτελεσματικής προστασίας των εργαζομένων και συμμόρφωσης της εσωτερικής έννομης τάξης προς τις απαιτήσεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

          Η Οδηγία 1999/70/ΕΚ και η προσαρτημένη σε αυτή συμφωνία-πλαίσιο για την εργασία ορισμένου χρόνου επιβάλλουν στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα για την πρόληψη και αποτροπή της κατάχρησης από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την απόφαση της 11ης Φεβρουαρίου 2021 στην υπόθεση C-760/18, έκρινε ότι η ρήτρα 5, σημείο 1, της συμφωνίας-πλαισίου επιβάλλει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν, κατά τρόπο αποτελεσματικό και δεσμευτικό, τουλάχιστον ένα από τα προβλεπόμενα μέτρα, όταν το εθνικό δίκαιο δεν περιλαμβάνει ισοδύναμα νομοθετικά μέτρα. Περαιτέρω, το ίδιο Δικαστήριο έκρινε ότι, όταν έχει σημειωθεί καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, πρέπει να υπάρχει δυνατότητα εφαρμογής μέτρου που να παρέχει αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις προστασίας, ώστε να επιβάλλονται οι προσήκουσες κυρώσεις και να εξαλείφονται οι συνέπειες της παραβίασης του δικαίου της Ένωσης.

          Ιδιαίτερη σημασία για το προτεινόμενο σχέδιο έχει και η κρίση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης πως η έννοια των «διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου» καλύπτει και την αυτοδίκαιη παράταση συμβάσεων ορισμένου χρόνου η οποία έλαβε χώρα δυνάμει ρητών εθνικών διατάξεων, ακόμη και χωρίς τήρηση νέου έγγραφου τύπου. Το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης πως η αυτοδίκαιη νομοθετική παράταση μπορεί να εξομοιωθεί με ανανέωση και, ως εκ τούτου, με σύναψη χωριστής σύμβασης ορισμένου χρόνου. Η νομολογιακή αυτή παραδοχή καθιστά αναγκαία τη σαφή αποτύπωση στον νόμο πως η διαδοχικότητα δεν εξαντλείται μόνο στη σύναψη νέων τυπικά αυτοτελών συμβάσεων, αλλά περιλαμβάνει και παρατάσεις ή ανανεώσεις της ίδιας σχέσης. 

          Παράλληλα, με τη διάταξη του Δικαστηρίου της 7ης Απριλίου 2022 στην υπόθεση C-133/21 επιβεβαιώθηκε ότι η αρχή της μη διάκρισης καταλαμβάνει και περιπτώσεις απασχόλησης με συμβάσεις έργου ορισμένου χρόνου, όταν από τα πραγματικά περιστατικά προκύπτει πως πρόκειται, στην ουσία, για εξαρτημένη εργασία. Στο ίδιο πλαίσιο, το Δικαστήριο υπογράμμισε πως ο εργαζόμενος τελεί, κατ’ αρχήν, σε ασθενέστερη θέση έναντι του εργοδότη και ότι η ανάγκη προστασίας του δεν μπορεί να εξαρτάται από την απλή επίκληση της συναίνεσής του στον τύπο της σύμβασης.

          Οι προτεινόμενες διατάξεις λαμβάνουν επίσης υπόψη τη νομολογιακή προσέγγιση του Συμβουλίου της Επικρατείας ως προς το άρθρο 28 του Συντάγματος. Σύμφωνα με την απόφαση του ΣτΕ 1918/2025, από την ερμηνευτική δήλωση του άρθρου 28 προκύπτει υποχρέωση εφαρμογής της ενωσιακής έννομης τάξης στην εσωτερική έννομη τάξη, καθώς και υποχρέωση εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων με τους κανόνες του ενωσιακού δικαίου. Η επίκληση της νομολογίας αυτής δεν αποβλέπει στην παράκαμψη του Συντάγματος, αλλά στη διαμόρφωση της ρυθμιστικής λύσης που λαμβάνει σοβαρά υπόψη τη σχέση της ελληνικής έννομης τάξης με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ανάγκη εξασφάλισης της πρακτικής αποτελεσματικότητας του τελευταίου.

          Στο πλαίσιο αυτό, το προτεινόμενο σχέδιο νόμου επιλέγει να οργανώσει την προστασία των εργαζομένων μέσω ενός μηχανισμού διαπιστωτικής πράξης ορθής αναγνώρισης της πραγματικής φύσης της σχέσης, ο οποίος ενεργοποιείται χωρίς τη μεσολάβηση πολυεπίπεδων διαδικασιών αξιολόγησης ή ελέγχων που θα μπορούσαν να καταστήσουν δυσχερή ή αβέβαιη την εφαρμογή του νόμου. Η επιλογή αυτή αιτιολογείται από την ανάγκη να διασφαλισθεί πως το προβλεπόμενο μέτρο θα είναι πράγματι πιο κοντά στον πολίτη και συγχρόνως αποτελεσματικό και δεσμευτικό, κατά την έννοια της νομολογίας του ΔΕΕ. 

II. Ειδικό μέρος

Επί του άρθρου 1

          Με το άρθρο 1 προσδιορίζεται ο σκοπός του νόμου. Ειδικότερα, επιδιώκεται η πρόληψη και καταστολή της καταχρηστικής χρησιμοποίησης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ή έργου στον δημόσιο τομέα, η παροχή αποτελεσματικού και αποτρεπτικού μέτρου προστασίας των εργαζομένων, καθώς και η συμμόρφωση της εσωτερικής έννομης τάξης προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ και τη συμφωνία-πλαίσιο, ιδίως ως προς τη ρήτρα 5 περί αποτροπής της κατάχρησης και τη ρήτρα 4 περί μη διάκρισης. 

Επί του άρθρου 2

          Με το άρθρο 2 καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του νόμου και αποσαφηνίζεται η έννοια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων. Στις διατάξεις του νόμου υπάγονται όχι μόνο οι συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, αλλά και οι συμβάσεις έργου ή άλλες συμβατικές μορφές που, κατά τα πραγματικά περιστατικά, υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία. Η πρόβλεψη αυτή είναι αναγκαία, δεδομένου ότι, κατά τη σχετική νομολογία του ΔΕΕ, ο τυπικός χαρακτηρισμός της σύμβασης δεν είναι καθοριστικός, όταν τα πραγματικά δεδομένα της απασχόλησης οδηγούν στον χαρακτηρισμό της σχέσης ως εξαρτημένης εργασίας.

          Με το ίδιο άρθρο διευκρινίζεται ότι στην έννοια των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων περιλαμβάνεται και η παράταση ή συνέχιση της αρχικής σύμβασης, ακόμη και όταν αυτή επέρχεται αυτοδικαίως, δυνάμει νόμου, διοικητικής πράξης, νέας έγγραφης συμφωνίας ή σιωπηρής συνέχισης της απασχόλησης, εφόσον δεν μεσολαβεί ουσιώδης διακοπή. Η ρύθμιση αυτή ακολουθεί τη νομολογία της C-760/18, σύμφωνα με την οποία και η αυτοδίκαιη νομοθετική παράταση συνιστά μορφή διαδοχικότητας. 

          Επιπλέον, ορίζεται πως η μεταβολή της νομικής μορφής της σύμβασης ή της πηγής χρηματοδότησης δεν αποκλείει, αφ’ εαυτής, τον χαρακτηρισμό των σχέσεων ως διαδοχικών, εφόσον η απασχόληση συνεχίζεται για το ίδιο ή ουσιωδώς συναφές αντικείμενο και εξυπηρετεί την ίδια ή παρεμφερή λειτουργική ανάγκη του φορέα.

Επί του άρθρου 3

          Με το άρθρο 3 προβλέπεται πως το αρμόδιο προς διορισμό όργανο του φορέα μεριμνά με διαπιστωτική πράξη για την ορθή αναγνώριση της πραγματικής φύσης της σχέσης ως σύμβασης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Η επιλογή αυτή στηρίζεται στην ανάγκη θέσπισης μέτρου άμεσου, δεσμευτικού και λειτουργικά αποτελεσματικού, ώστε να μην καθίσταται η προστασία των εργαζομένων εξαρτημένη από διαδικασίες, οι οποίες μπορούν να οδηγήσουν σε ματαίωση ή καθυστέρηση της εφαρμογής του νόμου. 

          Η παράγραφος 3 του άρθρου αποσαφηνίζει ότι η αναγνώριση αυτή δεν νοείται ως γενική νομοθετική μετατροπή συμβάσεων ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου, αλλά ως διαπιστωτική πράξη ορθής αναγνώρισης της πραγματικής νομικής φύσης της σχέσης, βάσει των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών του εκάστοτε φορέα. Με την πρόβλεψη αυτή επιδιώκεται να διακριθεί ο μηχανισμός του προτεινόμενου νόμου από μια αδιάκριτη και οριζόντια μεταβολή όλων των συμβάσεων, και να αποτυπωθεί ο διαπιστωτικός χαρακτήρας της διοικητικής πράξης.

Επί του άρθρου 4

          Με το άρθρο 4 ρυθμίζονται τα έννομα αποτελέσματα της διαπιστωτικής πράξης. Προβλέπεται η κατάταξη του εργαζομένου σε θέση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου αντίστοιχης ή συναφούς ειδικότητας από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης, καθώς και η σύσταση προσωποπαγούς θέσης σε περίπτωση έλλειψης κενής θέσης. Η ρύθμιση αυτή αποβλέπει στη διασφάλιση της πρακτικής εφαρμογής του νόμου και στην αποτροπή δημιουργίας νέων διοικητικών εμποδίων.

          Παράλληλα, αναγνωρίζεται ο συνολικός χρόνος υπηρεσίας που διανύθηκε με τις διαδοχικές συμβάσεις ή σχέσεις για κάθε μισθολογική, ασφαλιστική, βαθμολογική και υπηρεσιακή συνέπεια. Επιπλέον, απαγορεύεται η δυσμενέστερη μεταχείριση του προσωπικού αυτού σε σχέση με συγκρίσιμο προσωπικό αορίστου χρόνου μόνο λόγω της αρχικής μορφής της σύμβασης ή σχέσης, σε συμφωνία με τη ρήτρα 4 της συμφωνίας-πλαισίου και τη νομολογία του ΔΕΕ.

Επί του άρθρου 5

Με το άρθρο 5 εισάγεται ειδικός κανόνας αυτοδίκαιης αντιμετώπισης της κατάχρησης των διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και των συμβάσεων έργου που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία, όταν αυτές χρησιμοποιούνται για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του ίδιου φορέα. Η διάταξη δεν περιορίζεται πλέον στη διατύπωση γενικής απαγόρευσης της καταχρηστικής πρακτικής, αλλά συνδέει ρητώς τη διαπίστωση της κατάχρησης με την αυτοδίκαιη αναγνώριση της πραγματικής φύσης της σχέσης ως αορίστου χρόνου από το αρμόδιο όργανο του φορέα.

Ειδικότερα, η παράγραφος 1 προβλέπει ότι η επαναλαμβανόμενη απασχόληση σε συγχρηματοδοτούμενες δομές, προγράμματα ή υπηρεσίες, οι οποίες παρατείνονται, ανανεώνονται ή επαναπροκηρύσσονται σταθερά και εξυπηρετούν διαρκή κοινωνική ή διοικητική λειτουργία του φορέα, συνιστά ισχυρή ένδειξη κατάχρησης. Με τον τρόπο αυτό λαμβάνεται υπόψη η πραγματική λειτουργία των υπηρεσιών αυτών και αποτρέπεται η τεχνητή επίκληση του χρηματοδοτικού ή προγραμματικού χαρακτήρα τους ως λόγου διατήρησης ενός καθεστώτος διαρκούς προσωρινότητας.

Η παράγραφος 2 καθιερώνει τον ουσιαστικό κανόνα του άρθρου, σύμφωνα με τον οποίο η καταχρηστική χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, καθώς και συμβάσεων έργου που υποκρύπτουν εξαρτημένη εργασία, για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του ίδιου φορέα, αναγνωρίζεται αυτοδίκαια από το αρμόδιο όργανο ως σχέση αορίστου χρόνου. Με τη ρύθμιση αυτή επιδιώκεται να διασφαλισθεί ότι η αντιμετώπιση της κατάχρησης δεν θα εξαρτάται από πρόσθετα διαδικαστικά φίλτρα ή από δυνητικές αξιολογικές κρίσεις της διοίκησης, αλλά θα αποτελεί άμεση και υποχρεωτική συνέπεια της συνδρομής των νομίμων προϋποθέσεων. Η πρόβλεψη αυτή εναρμονίζεται με την απαίτηση του ΔΕΕ να υπάρχουν αποτελεσματικές και ισοδύναμες εγγυήσεις προστασίας σε περίπτωση κατάχρησης.

Η παράγραφος 3 κατοχυρώνει, συμπληρωματικά, το δικαίωμα του εργαζομένου να ζητήσει την αναγνώριση της πραγματικής φύσης της σχέσης του και την πλήρη αποκατάσταση των έννομων συνεπειών της παράβασης. Η πρόβλεψη αυτή ενισχύει τον προστατευτικό χαρακτήρα της ρύθμισης και εξασφαλίζει πως ο εργαζόμενος δεν στερείται ενεργητικής δυνατότητας επίκλησης του νόμου, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου η διοίκηση παραλείπει να συμμορφωθεί αμέσως προς την υποχρέωσή της.

Επί του άρθρου 6

Με το άρθρο 6 ρυθμίζεται το ζήτημα των εκκρεμών δικών που αφορούν τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των σχέσεων εργασίας. Η διάταξη παρέχει στους φορείς του άρθρου 2 τη δυνατότητα, με αιτιολογημένη απόφαση του αρμοδίου οργάνου τους, να αποδέχονται τα πραγματικά περιστατικά της παροχής εργασίας και να παραιτούνται από ένδικα μέσα, εφόσον πρόκειται για ορθή αναγνώριση της σχέσης ως αορίστου χρόνου, κατά παρέκκλιση οποιασδήποτε άλλης διάταξης. Με τη ρύθμιση αυτή επιδιώκεται να καταστεί σαφές πως η διοίκηση δεν υποχρεούται να συνεχίζει αντιδικίες που έρχονται σε αντίθεση με τον σκοπό του νόμου και με τα ήδη διακριβωμένα πραγματικά δεδομένα.

Η πρόβλεψη αυτή αποσκοπεί στην αποφυγή αχρείαστης παράτασης των εκκρεμών δικαστικών διαφορών σε περιπτώσεις όπου ο πραγματικός χαρακτήρας της απασχόλησης είναι ήδη επαρκώς γνωστός στον φορέα. Παράλληλα, συμβάλλει στην ταχύτερη αποκατάσταση της νομιμότητας και στην εναρμόνιση της δικονομικής στάσης της διοίκησης με το περιεχόμενο της προτεινόμενης ρύθμισης.

Η παράγραφος 2 διευκρινίζει πως η αποδοχή των πραγματικών περιστατικών ή η παραίτηση από ένδικο μέσο δεν συνιστά αυτοτελή μετατροπή της σχέσης εργασίας. Αντιθέτως, πρόκειται για δικονομική και διοικητική συνέπεια του νόμου, η οποία συνδέεται με την εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 3 για την έκδοση διαπιστωτικής πράξης ορθής αναγνώρισης της πραγματικής νομικής φύσης της σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου, βάσει των συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών του φορέα. Με τη διευκρίνιση αυτή επιδιώκεται η συστηματική σύνδεση του άρθρου 6 με τον συνολικό μηχανισμό του νόμου και η αποφυγή ερμηνευτικών αμφισβητήσεων ως προς τη νομική φύση της προβλεπόμενης παρέμβασης.

Επί του άρθρου 7

          Με το άρθρο 7 προβλέπονται οι αναγκαίες εξαιρέσεις για γνήσια εποχικές, απρόβλεπτες, έκτακτες ή επείγουσες ανάγκες, καθώς και για σχέσεις που αφορούν αυτοτελές, ειδικό και μη επαναλαμβανόμενο έργο, εφόσον ο πρόσκαιρος χαρακτήρας τους αποδεικνύεται ειδικώς και πλήρως. Με την πρόβλεψη αυτή διασφαλίζεται πως ο νόμος δεν καταλαμβάνει τις περιπτώσεις πραγματικά πρόσκαιρης απασχόλησης, αλλά μόνο εκείνες στις οποίες η χρήση του τύπου της σύμβασης ορισμένου χρόνου ή έργου αποκρύπτει διαρκή ανάγκη.

III. Συμπέρασμα

          Οι προτεινόμενες διατάξεις αποσκοπούν στη θέσπιση ενός σαφούς και λειτουργικού πλαισίου, το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την αποτροπή της κατάχρησης των διαδοχικών συμβάσεων και για την προστασία των εργαζομένων από αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση. Παράλληλα, οργανώνουν την εφαρμογή του νόμου κατά τρόπο που επιδιώκει να εξασφαλίσει πραγματική αποτελεσματικότητα και διοικητική σαφήνεια, μέσω της υποχρέωσης έκδοσης διαπιστωτικής πράξης για την ορθή αναγνώριση της πραγματικής φύσης της σχέσης και σύμβασης εργασίας.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “ΔΙΑΒΟΥΛΕΥΣΗ: ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ

Add yours

  1. Συναδέλφισσες, συνάδελφοι, στις δομές του ΕΣΠΑ

    Η πρότασή μας δεν είναι μια απλή νομική κίνηση. Είναι μια προσπάθεια να ανοίξει μια «ρωγμή» μέσα στην κυβερνητική αθλιότητα της ομηρίας, της επισφάλειας και της διαρκούς ανακύκλωσης των ίδιων αδικιών με τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή έργου. «Ρωγμή» δεν είναι να διαμαρτύρεσαι απλώς για όσα σου επιβάλλουν, αλλά να αναλαμβάνεις πρωτοβουλία, να ορίζεις εσύ το πρόγραμμα, να μετατρέπεις την άρνηση σε δημιουργία/πράξη μέχρι να φτάσεις στη δικαίωση!

    Γι’ αυτό η κατάθεση της πρότασης νόμου αποκτά πραγματικό νόημα μόνο όταν δεν μένει υπόθεση ειδικών, γραφείων και κοινοβουλευτικών διαδικασιών, αλλά γίνεται υπόθεση δική σας ως εργαζόμενοι/ες και με βάση τις ανάγκες σας, την αξιοπρέπειά σας και την συλλογική σας φωνή. Γιατί έτσι παύουμε να είμαστε παθητικοί αποδέκτες της άθλιας εκμετάλλευσης μας και γινόμαστε πρωταγωνιστές που παρεμβαίνουμε, διεκδικούμε και διαμορφώνουμε εμείς οι ίδιοι το περιεχόμενο του δίκαιου αγώνα μας για σταθερή και μόνιμη εργασία. Η πρόταση νόμου υπηρετεί ακριβώς αυτόν τον στόχο, δηλ. να αναγνωριστεί η πραγματική φύση της εργασιακής σχέσης ως αορίστου χρόνου, να χτυπηθεί η καταχρηστική χρήση των διαδοχικών συμβάσεων και να υπάρξει αποτελεσματικό μέτρο προστασίας για όλους/ες που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες στους ΟΤΑ.

    Μου αρέσει!

Σχολιάστε

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑