Ανάγκη ενιαίας θεσμικής και νομικής πρωτοβουλίας της ΚΕΔΕ και των Δήμων για την προσβολή των ακυρωτικών πράξεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και τον έλεγχο για αντισυνταγματικότητα της υποχρεωτικής άσκησης ενδίκων μέσων κατά εργαζομένων.

Με το παρόν υπόμνημα ζητούμε από την ΚΕΔΕ, τις ΠΕΔ και τα αρμόδια όργανα των Δήμων να αναλάβουν συντονισμένη θεσμική και νομική πρωτοβουλία απέναντι στις ακυρωτικές πράξεις των Αποκεντρωμένων Διοικήσεων, με τις οποίες ακυρώνονται αποφάσεις των Δημοτικών Συμβουλίων ή των Δημοτικών Επιτροπών περί μη άσκησης ενδίκων μέσων κατά πρωτόδικων αποφάσεων των εργαζομένων. Οι ακυρωτικές αυτές πράξεις στηρίζονται στη λογική πως ο Δήμος έχει δέσμια υποχρέωση άσκησης ενδίκων μέσων, ακόμη και όταν έχει ληφθεί αντίθετη απόφαση από το Δημοτικό Συμβούλιο ή τη Δημοτική Επιτροπή.

Τα συλλογικά όργανα των Δήμων  δεν πρέπει να αντιμετωπίζουν τις ακυρωτικές πράξεις της Αποκεντρωμένης ως οριστικά τετελεσμένες. Οφείλουν να αξιοποιούν τα προβλεπόμενα διοικητικά και δικαστικά μέσα, ζητώντας την ακύρωσή τους και, όπου απαιτείται, την αναστολή των συνεπειών τους.

Η προσβολή μιας ακυρωτικής πράξης δεν είναι άρνηση νομιμότητας. Είναι θεσμική άμυνα του Δήμου και νόμιμη άσκηση των δικαιωμάτων του. Μέσα από αυτή τη διαδικασία μπορεί να τεθεί ενώπιον των αρμόδιων οργάνων και δικαστηρίων το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 37 του Ν.4915/2022 σχετικά με την υποχρεωτική άσκηση ενδίκων μέσων.

Το άρθρο 102 του Συντάγματος κατοχυρώνει πως η διοίκηση των τοπικών υποθέσεων ανήκει στους ΟΤΑ και πως οι Δήμοι έχουν διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Προβλέπει επίσης, πως η κρατική εποπτεία περιορίζεται σε έλεγχο νομιμότητας και δεν μπορεί να εμποδίζει την πρωτοβουλία και την ελεύθερη δράση τους. Η Αποκεντρωμένη Διοίκηση δεν αποτελεί ιεραρχικά προϊστάμενη αρχή του Δήμου. Ο ρόλος της είναι ο έλεγχος νομιμότητας, κι όχι η υποκατάσταση της κρίσης των αιρετών οργάνων ως προς το εάν μια δικαστική αντιδικία εξυπηρετεί το δημοτικό συμφέρον.

Όμως, πλέον η κρατική εποπτεία κινδυνεύει να μετατραπεί από έλεγχο νομιμότητας σε επιβολή συγκεκριμένης δικονομικής στάσης, όπως π.χ. ο Δήμος να οδηγείται υποχρεωτικά σε νέα δικαστική αντιπαράθεση, ακόμη και εάν τα αιρετά του όργανα θεωρούν πως αυτή δεν εξυπηρετεί τη λειτουργία των δημοτικών υπηρεσιών και την τοπική κοινωνία.

Η ίδια λογική ενισχύεται και από τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, ο οποίος κατοχυρώνει την πραγματική ικανότητα των ΟΤΑ να ρυθμίζουν και να διευθύνουν σημαντικό μέρος των δημοσίων υποθέσεων με δική τους ευθύνη.

Η υποχρεωτική επιβολή της συγκεκριμένης δικονομικής στάσης περί υποχρεωτικής άσκησης ένδικων μέσων, χωρίς στάθμιση των πραγματικών δεδομένων, αντιστρατεύεται την ουσία αυτής της αυτονομίας.

Άρα, το ζήτημα αυτό δεν αφορά μια επιμέρους εργασιακή διαφορά. Αφορά τον πυρήνα της λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, καθώς τα αιρετά όργανα των Δήμων μπορούν να κρίνουν, με βάση τα πραγματικά δεδομένα κάθε υπόθεσης, το συμφέρον της υπηρεσίας, την εύρυθμη λειτουργία και συνέχεια των δημοτικών δομών και τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας ή εάν υποχρεώνονται μηχανικά να στρέφονται κατά των εργαζομένων τους.

 Πάνω σε αυτό το ζήτημα η ΚΕΔΕ έχει ήδη διατυπώσει σαφείς και ιδιαίτερα σημαντικές θέσεις. Στο ψήφισμά της για τις κοινωνικοπρονοιακές δομές των Δήμων, έχει υποστηρίξει πως η απώλεια του έμπειρου προσωπικού θα υποβαθμίσει τις υπηρεσίες, θα οδηγήσει σε νέες δικαστικές προσφυγές και θα δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία των δομών. Επιπλέον, ζητά να διασφαλιστεί η μονιμοποίηση των εργαζομένων και, ιδίως, ζητά «για μια ακόμη φορά» την κατάργηση του άρθρου 37 του Ν.4915/2022, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 102 Σ., περί διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας των Δήμων. Επιπλέον, στην υπόθεση του Δήμου Αγίου Δημητρίου υπήρξε ομόφωνη στήριξη προς τα αιρετά μέλη που βρέθηκαν αντιμέτωπα με διώξεις, επειδή δεν ασκήθηκαν ένδικα μέσα κατά δικαστικών αποφάσεων που δικαίωναν συμβασιούχους. Στην ίδια ανακοίνωση αναφέρεται πως το άρθρο 37 (Ν.4915/2022), καθιστά υποχρεωτική την άσκηση έφεσης από τους Δήμους και πως η διάταξη αυτή φαλκιδεύει την αυτοτέλεια των ΟΤΑ.

Η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως παθητικός εκτελεστής μιας κεντρικά επιβαλλόμενης δικονομικής επιλογής. Οι Δήμοι έχουν συνταγματικά κατοχυρωμένη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Τα αιρετά τους όργανα έχουν δικαίωμα και ευθύνη να κρίνουν αν η συνέχιση μιας δικαστικής αντιδικίας εξυπηρετεί πράγματι το δημοτικό συμφέρον, τη λειτουργία των υπηρεσιών και την τοπική κοινωνία.

Η ΚΕΔΕ έχει ήδη αναγνωρίσει το πρόβλημα. Έχει ζητήσει την κατάργηση του άρθρου 37 του Ν.4915/2022 και έχει συνδέσει το ζήτημα με την αυτοτέλεια των Δήμων. Το επόμενο αναγκαίο βήμα είναι η οργανωμένη θεσμική και δικαστική πρωτοβουλία. Το αίτημά μας καλεί τους Δήμους να αξιοποιήσουν πλήρως τα προβλεπόμενα διοικητικά και δικαστικά μέσα, ώστε να περάσουν από τις δημόσιες εξαγγελίες τους προς την πρακτική εφαρμογή τους για να προσβάλουν τις ακυρωτικές πράξεις της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, να θέσουν το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας ενώπιον των αρμόδιων οργάνων και δικαστηρίων και να υπερασπιστούν στην πράξη την συνταγματική διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

Το ζήτημα καθίσταται ακόμη πιο επείγον λόγω των διατάξεων του νομοσχεδίου για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Τα άρθρα 138 και 730 δεν θεραπεύουν το πρόβλημα που έχει προκαλέσει το άρθρο 37 (Ν.4915/2022). Αντίθετα, επιχειρούν να το ενσωματώσουν στον νέο Κώδικα, να το επεκτείνουν και να το εξειδικεύσουν προς το χειρότερο. Με τις ρυθμίσεις αυτές το κράτος δεν περιορίζεται απλώς στο να επιβάλλει στους Δήμους την άσκηση ενδίκων μέσων.

Εισέρχεται απευθείας στη δίκη, περιορίζει περαιτέρω τη ευχέρεια και την αυτοτέλεια των ΟΤΑ, αφαιρεί από τα αιρετά όργανα τη δυνατότητα ουσιαστικής κρίσης στις τοπικές υποθέσεις και καθιστά δυσχερέστερη ακόμη και την προσωρινή δικαστική προστασία των εργαζομένων.

Με βάση τις ήδη διατυπωμένες θέσεις της ΚΕΔΕ, ζητούμε από το Διοικητικό της Συμβούλιο να αναλάβει άμεσα ενιαία θεσμική και νομική πρωτοβουλία.

Συγκεκριμένα ζητούμε:

  1. Να εκδώσει η ΚΕΔΕ πολιτική και νομική κατεύθυνση προς τους Δήμους για δέσμευση μη άσκησης ένδικων μέσων κατά των εργαζομένων, την άμεση απόσυρση των ήδη ασκούμενων εφέσεων και την χωρίς καθυστέρηση προσβολή των ακυρωτικών πράξεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης.
  2. Να καταρτίσει ενιαίο υπόδειγμα απόφασης Δημοτικού Συμβουλίου ή Δημοτικής Επιτροπής για την άσκηση προσφυγής κατά των ακυρωτικών πράξεων (Παράρτημα).
  3. Να αναθέσει σε νομική ομάδα ή στο Ινστιτούτο Τοπικής Αυτοδιοίκησης την εκπόνηση υποδείγματος προσφυγής ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152 και της αίτησης ακύρωσης προς το ΣτΕ.
  4. Να στηρίξει πιλοτικά έναν ή περισσότερους Δήμους στην άσκηση αίτησης ακύρωσης προς το ΣτΕ, ώστε να τεθεί κεντρικά ενώπιον της Δικαιοσύνης το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας του άρθρου 37 (Ν.4915/2022).
  1. Να απαιτήσει την επαναφορά της αρμοδιότητας στο Δημοτικό Συμβούλιο πως οι αποφάσεις άσκησης ή μη άσκησης ενδίκων μέσων, καθώς και παραίτησης/κατάργησης δίκης θα λαμβάνονται με ειδική και τεκμηριωμένη αιτιολογία, με βάση το δημοτικό συμφέρον, τις πραγματικές ανάγκες των υπηρεσιών, το κόστος της αντιδικίας, την εύρυθμη λειτουργία των δημοτικών δομών και τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αυτοτέλεια των ΟΤΑ.
  2. Να απαιτήσει από το Υπουργείο Εσωτερικών την άμεση κατάργηση του άρθρου 37 (Ν.4915/2022), καθώς και την απόσυρση των άρθρων 138 και 730 του σχεδίου νόμου για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στο μέρος που διατηρούν, επεκτείνουν ή εξειδικεύουν την υποχρεωτική άσκηση ενδίκων μέσων κατά των εργαζομένων.
  3. Να αποσυρθούν όλες οι διώξεις εις βάρος αιρετών, οι οποίοι πήραν απόφαση για μη άσκηση ένδικων μέσων κατά των εργαζομένων, στο πλαίσιο άσκησης της αυτοδιοικητικής τους κρίσης.
  4. Να αποφασίσει την προκήρυξη πανελλαδικής ημέρας αναστολής λειτουργίας των Δήμων, εφόσον η κυβέρνηση δεν αποσύρει άμεσα τις επίμαχες ρυθμίσεις. Η κινητοποίηση αυτή να αποτελέσει σαφές μήνυμα πως η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν αποδέχεται ούτε τη μετατροπή της σε υποχρεωτικό αντίδικο των εργαζομένων της, ούτε τις διώξεις εις βάρος των αιρετών, ούτε την περαιτέρω περιστολή της διοικητικής και οικονομικής της αυτοτέλειας.

Αθήνα, 24-05-2026

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Το Δημοτικό Συμβούλιο ή η Δημοτική Επιτροπή μπορεί να αποφασίσει:

«Αποφασίζει:

α). Την προσβολή της υπ’ αριθ. …/… ακυρωτικής απόφασης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής του άρθρου 152.

β). Την κατάθεση αίτησης ακύρωσης κατά της υπ’ αριθ. …/… ακυρωτικής απόφασης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης ενώπιον του ΣτΕ, σχετικά με την αντισυνταγματικότητα του άρθρου 37 Ν.4915/2022.

γ). Την προβολή λόγου αντισυνταγματικότητας της διάταξης του άρθρου 37 του Ν.4915/2022 περί υποχρεωτικής άσκησης ενδίκων μέσων, ως αντίθετης στο άρθρο 102 Σ, στη διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια των ΟΤΑ, στην αρχή της αναλογικότητας και στον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας.

δ). Η αποδοχή αγωγών ή η μη άσκηση ενδίκων μέσων αποτελεί νόμιμη δικονομική στάση του Δήμου κι όχι παράνομη πρόσληψη, καθώς αφορά τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των υφιστάμενων εργασιακών σχέσεων ιδιωτικού δικαίου, την εύρυθμη λειτουργία των δημοτικών υπηρεσιών και δομών, τις πάγιες και διαρκείς ανάγκες και την συνταγματική αυτοτέλεια των ΟΤΑ.

ε). Την εξουσιοδότηση της Νομικής Υπηρεσίας ή πληρεξούσιου δικηγόρου να ασκήσει κάθε αναγκαίο διοικητικό ή δικαστικό μέσο για την ακύρωση της πράξης της Αποκεντρωμένης Διοίκησης και, όπου απαιτείται, να ζητήσει την αναστολή των συνεπειών της.

στ). Την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης στην ΚΕΔΕ, στην οικεία ΠΕΔ, στα σωματεία εργαζομένων και στους λοιπούς Δήμους, με αίτημα κοινή θεσμική και νομική στάση».

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.

Blog στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑